
Επικοινωνία είναι να δίνεις τον μισό σου εαυτό στον άλλον. Αν είσαι μετανάστης πρώτα δίνεις το ραντεβού στο skype, το δίευρο στον τηλεφωνικό θάλαμο και το δέμα στο πρακτορείο. Τριγυρίζουμε στα στενά της Ομόνοιας ανάμεσα σε πακέτα με κορομηλόσαλτσες, πλυντήρια και σταυρούς διαβασμένους από Γεωργιανούς ιερείς, χτυπάμε τις πόρτες των τηλεφωνικών θαλάμων διακόπτοντας τις ερωτικές εξομολογήσεις από το Πακιστάν και ταξιδεύουμε σε ένα μικρό ρώσικο χωριό μέσω skype. Lost in translation στην Βαβέλ της Αθήνας.
Μεταξουργείο, Κυριακή, ώρα 13.30:
Έχει κολλήσει τη μούρη του στην κάμερα του laptop , με αποτέλεσμα, η κόρη του κι εγώ να βλέπουμε μόνο την μεγάλη ρώσικη μύτη του. Κοιταζόμαστε και γελάμε. «Είναι 75 ετών, δεν ξέρει γράμματα. Και είναι και κουφός!» μου λέει η Άννυ και κολλάει τα χείλια της στο μικρόφωνο: «Πάπα, ιντί νιμνόσκα ναζάτ» φωνάζει διαταράζοντας την ησυχία του μικρού Ιnternet καφέ. Υποθέτω ότι του είπε να κάνει πιο πίσω γιατί αμέσως μετά αποκαλύφθηκε στο παραθυράκι του υπολογιστή, το πρόσωπό του Τόλικ, ενός cyber παππού, με μικρόφωνο και ακουστικά, η εικόνα του οποίου φτάνει από ένα μικρό ρωσικό χωριό -μέσω skype- στο Μεταξουργείο.

Είναι αγριεμένος και φωνάζει τόσο που η Άννυ μισοβγάζει τα ακουστικά της. «Τι έπαθε;» την ρωτάω. «Λέει ότι δεν κοιμάμαι καλά και δεν τρώω γιατί έχω μαύρο, κάτω από τα μάτια». Μόλις ο παππούς σηκωθεί, θέση παίρνει η αδερφή της και μιλώντας ασταμάτητα αρπάζει την κάμερα και την γυρίζει επιτόπου, δείχνοντας της τις αλλαγές που έκαναν στο σπίτι. «Ανάψατε και τζάκι;» ρωτάει η Άννυ που έχει γουρλώσει τα μάτια της λες και προσπαθεί να χωρέσει μέσα τους όλο τον Καύκασο. Στο αραβικό Internet καφέ της Μενάνδρου, η παρτίδα μπιλιάρδου σταματάει και ο αργιλές αλλάζει χέρια γιατί ο Άνταμ έχει δόνηση στο messenger. Από τη γυναίκα του που είναι στο Ιράκ.

Τα πακέτα, το skype, τα τηλεφωνικά ραντεβού των μεταναστών
«Σεφίν! Μαμά» φωνάζει και ένας μικρούλης τρέχει κατευθείαν στην οθόνη και χαιρετάει. Εδώ δεν υπάρχει ήχος- μόνο εικόνα και λέξεις. «Τι θέλεις να της πω;» ρωτάει στα αραβικά, πληκτρολογώντας ταυτόχρονα τα νέα της ημέρας. «Ότι την αγαπάς;», «Μπάι Μπάι» λέει ο μικρός και σηκώνεται να παίξει με την φωτογραφική μηχανή.
Λόγω της κόρης της που είναι «κολλημένη όλη την ημέρα στο facebook» η Νανά από την Γεωργία έχει εξοικειωθεί με το skype. Τόσο που ξεματιάζει κιόλας τους συγγενείς της στην Γεωργία μέσω web cam. «Μου κάνει αναπάντητη η ανιψιά μου, μπαίνω στο internet και την ξεματιάζω». Μου λέει ότι όλη η οικογένεια μιλάει στο skype. Κάθε βράδυ δίνουν ραντεβού και τα λένε. «Αν είμαι στεναχωρημένη με καταλαβαίνουν αμέσως!»
Οδός Μενάνδρου, Κυριακή, 14:00:
Η ευτραφής κυρία που κάθεται έξω από το γεωργιανό πρακτορείο έχει καρφωθεί στην φωτογραφική μηχανή του Μάριου. «Μιλάτε ελληνικά;» την ρωτάω και ξαφνικά νευριάζει και αρχίζει να παραμιλάει στην γλώσσα της. Υποθέτω πως –όπως οι περισσότεροι μετανάστες που κυκλοφορούν εδώ- φοβάται τους δημοσιογράφους, επειδή δεν έχει άδεια παραμονής, εκείνη όμως με διαψεύδει: «είχα κι εγώ τέτοιο μηχανή και μου το κλέψανε. Από δω την είχα αγοράσει» λέει, δείχνοντάς μου ένα γειτονικό μαγαζάκι με φωτογραφικές μηχανές, μέσα στο οποίο γίνεται της μουρλής. Η ταμπελίτσα της βιτρίνας εξηγεί γιατί: «Τιμή 30 ευρώ. Δόσεις από 80 λεπτά τον μήνα». Το στόρι έχει ως εξής (περιχαρής μου το εξήγησε ένας νεαρός Πακιστανός): «αγκοράζει σόνι, τυλίγει, στέλνει πατρίντα». Το αλισβερίσι είναι αφορολόγητο και φτηνό: δύο ευρώ το κιλό.

Την ώρα που η Νανά, πακετάρει μίξερ, ο πατέρας της στη Γεωργία πακετάρει «σουλγκούνι»: «Είναι το δικό μας τυρί, σαν αλμυρή μοτσαρέλα. Το τυλίγει με χαρτί κι άλλο χαρτί και ρίχνει πάνω πολύ αλάτι για να μη χαλάσει». Αν κρίνω από την λίστα της υπεύθυνης του πρακτορείου, της κυρίας Φωτεινής, που ρωτάει κάθε πελάτη, τι στέλνει στην χώρα του, οι περισσότεροι στέλνουν ηλεκτρικές συσκευές. Είμαι χωμένη στο πρακτορείο, σε ένα μπουλούκι γιαγιάδων και ακούω συνεχώς την ίδια λέξη: foto, foto, foto. Όλες στέλνουν μηχανές στο σόι τους στη Γεωργία. Σηκώνω το κεφάλι ψηλά για να δω πού τελειώνει το βουνό των δεμάτων που έχει σχηματιστεί από δίπλα. Ο υπάλληλος έχει ανέβει σε μια σκάλα και τοποθετεί ένα μικρό διπλοτυλιγμένο πακετάκι , στην κορυφή. Η αποστολέας του, έχει ήδη συμπληρώσει τα στοιχεία της, στο τεφτέρι με τον μακρύ κατάλογο: Ονοματεπώνυμο αποστολέα: Ίρμα Γκ., ονοματεπώνυμο παραλήπτη: Νίνα Γκ., περιεχόμενο πακέτου: Ferrero., βάρος: 700 γραμμάρια. Τα σοκολατάκια της Ίρμας θα φορτωθούν σήμερα το βράδυ στην νταλίκα με τα δέματα και θα ταξιδέψουν για τέσσερις μέρες, ως την Γεωργία. Αν χαθούν στη διαδρομή, η Ίρμα θα πάρει πίσω ένα εικοσάευρο- το ποσό δηλαδή με το οποίο τα ασφάλισε. Στην ουσία όμως θα έχει χάσει τα υπόλοιπα 100 ευρώ, που επιμελώς και μετά φόβου, στρίμωξε κάτω από τις πραλίνες («να στείλεις λεφτά με γουέστερν γιούνιον είναι πολύ ακριβά» μου λέει ψιθυριστά). Συνήθως βέβαια όλα πάνε καλά και υπάρχουν πολλές πιθανότητες το δέμα της Ίρμα να περάσει τα σύνορα χωρίς να τραβήξει την προσοχή του τελώνη, οπότε θα φτάσει στον προορισμό του και θα γλυκάνει διπλά την Νίνα, την μικρότερη αδερφή της Ίρμα. Περπατάω ένα τετράγωνο ακολουθώντας ένα ζευγάρι που κουβαλάει ένα home cinema του κουτιού.

Στρίβω μαζί τους στη στοά και βρίσκομαι σε ένα δεύτερο, μεγαλύτερο και πιο οργανωμένο πρακτορείο. Στο ισόγειο τα δέματα προς αποχώρηση: η Λέλα έχει πακετάρει μια τσάντα και μερικές φωτογραφίες , η Ιρίνα ένα κουτί με καλλυντικά, η Ράγια μια στολή σούπερμαν για τον ανιψιό της. Ο Νταβίτ μια κάμερα. Προορίζεται για την κόρη του που «είναι καλή στις φωτογραφίες». Ο Νίκος έχει ακουμπήσει πάνω σε ένα πακεταρισμένο πλυντήριο. «Το καλοκαίρι έστειλα ψυγείο» μου λέει. Μες στην καλή χαρά κατεβαίνει η Ναταλί, από τον πρώτο όροφο. Εδώ παραλαμβάνουν ότι τους στέλνουν από την πατρίδα τους, συνήθως φαγητά. Σε σπαστά ελληνικά μου λέει ότι το πακέτο έχει μέσα «σταυρό και καρούμπαλα, σάλτσα δικιά μας» για να καταλάβω έπειτα από λίγο ότι εννοεί κορόμηλα. Εννιά στα δέκα πακέτα που στέλνουν οι Γεωργιανοί στην οικογένειά τους στην Ελλάδα (χωρίς να πληρώσουν τίποτα, τα έξοδα αναλαμβάνει υποχρεωτικά ο αποστολέας ή παραλήπτης από την Ελλάδα) έχουν μέσα παραδοσιακά γεωργιανά φαγητά: «τκεμάλι», (ξινή κορομηλόσαλτσα με την οποία συνοδεύουν τα ψητά), φασόλια («η φασολάδα έσωσε τη Γεωργία» μου λέει η Νανά) «γεργίλι» (λευκό καλαμποκάλευρο) και καπνιστό κρέας. Στο ψυγείο της Νανάς υπάρχει παντα «βαζάκι με ντομάτες και μελιτζάνα. Ανοίγεις το βάζο, βάζεις λίγο στην κατσαρόλα για να ζεσταθεί και τρως. Νομίζεις ότι είσαι σπίτι σου».

Μεταξουργείο, Κυριακή, ώρα 17:50
«Είμαι καλά και ο αδερφός σου είναι καλά. Το αγόρι πάει καλά στο σχολείο. Το κορίτσι ρωτάει πότε θα γυρίσεις. Χάλασε η βρύση και κάνουμε μπάνιο με τον κουβά. Είναι κρύο το νερό. Ο αδερφός σου είναι καλά και θα σου μιλήσει αύριο. Είδα στην τηλεόραση ότι έχει πολύ αστυνομία, να προσέχεις, σ’ αγαπώ, ο Αλλάχ να σου δώσει ευχές». Στην Μενάνδρου, Ο Αλί από το Πακιστάν μου κάνει μια σύντομη μετάφραση των όσων έλεγε τόση ώρα με τη γυναίκα του, ενώ βγάζει από την τσέπη του δύο ευρώ. Μιλάνε καθημερινά, «μπορεί και δύο φορές τη μέρα. Το πρωί λίγο, το βράδυ πολύ». Στον διπλανό θάλαμο ο Ντέπακ μιλάει με την κόρη του. «Είναι τεσσάρων χρονών, μικρή. Την λένε Ντάχσα. Ήταν άρρωστη χθες. Με ρωτάει πότε θα γυρίσω. Περιμένει δώρα». Πηγαινοέρχομαι από το ένα τηλεφωνικό κέντρο στο άλλο. Σ’ αυτό της Ευριπίδου, ένας θάλαμος είναι πιασμένος από την Ντέμπορα, μια νεαρή Ρωσίδα που δεν ξεκολλάει το ακουστικό από το αυτί. «Έρχεται εδώ κάθε μέρα και κλείνεται μέσα με τις ώρες. Ο άντρας της έχει γυρίσει στην Ρωσία για δύο μήνες. Χθες το βράδυ έφυγε από δω και έκλαιγε» λέει ο Ρώσος ιδιοκτήτης του κέντρου.
Μεταξουργείο, Κυριακή 17:00
Ξεχωρίζει ανάμεσα στους πενήντα περίπου Ιρακινούς, γιατί είναι μάλλον ο μεγαλύτερος. Εδώ και ένα τέταρτο κάθεται στο παγκάκι και στριφογυρίζει πάνω από μια σακούλα τζάμπο, ένα ρολό κολλητικής ταινίας. Τον λένε Αμπρά και δεν μιλάει γρι ελληνικά. Με νοήματα τον ρωτάω τι έχει μέσα το πακέτο και μου απαντάει «πιρέξ». Σε αντίθεση με τους Γεωργιανούς οι περισσότεροι Ιρακινοί, στέλνουν στους δικούς τους είδη πρώτης ανάγκης. Η Ασέρα στέλνει στους γονείς της ένα μεγάλο δέμα με «κουβέρτα για κρύο».

Ο Αμπάν που έρχεται εδώ κάθε Κυριακή (την προηγούμενη έστειλε στον αδερφό του «ρολόι με αριθμούς και ξυπνητήρι και ραδιόφωνο») σήμερα θα στείλει «μπλούζες». «Τι έστειλες;» ρωτάω τον Μοχάμεντ που φεύγει τρέχοντας για να προλάβει το λεωφορείο, «λεφτά» μου λέει μέσα από τα κάτασπρα δόντια του και χαμογελάει διάπλατα. Πριν απομακρυνθεί πολύ ξαναγυρίζει και μου φωνάζει από μακριά «πτωχοί πολύ πτωχοί». Έξω από το πρακτορείο, η μικρή Άσκα τραβάει το χέρι της μαμάς της που μόλις παρέλαβε δέμα από το Ιράκ. Την κοιτάζω με πόση ανυπομονησία περιμένει να το ανοίξει και θυμάμαι τον εαυτό μου. Με πόση ανυπομονησία περίμενα την κούκλα και τα λέγκο από τη Γερμανία που έστελνε ο παππούς. Θυμάμαι τις ιστορίες της γιαγιάς μου και τις τρελοαμερικάνες θείες της που ακόμα και τώρα που κοντεύουν ογδόντα χρονών, της στέλνουν ρόμπες (συνήθως λάθος νούμερο), καραμέλες, αμερικάνικα ντεπόν και ενυδατική κρέμα για τα χέρια. Το πακέτο που έχει φαγωθεί να ανοίξει η μικρή έχει μέσα «Κους κους και κασκόλ. Η γιαγιά φτιάχνει». Η Γιασμίν βγάζει τα κλειδιά της και ανοίγει το δέμα και βγάζει ένα καλοδιπλωμένο μπλε μάλλινο κασκόλ, ιρακινά γλυκά σαν παστέλια και ένα μπολ κους κους. Τυλίγει τη μικρή με το κασκόλ που ενθουσιάζεται λες και πήρε το ωραιότερο παιχνίδι του κόσμου και το σφίγγει όλο και περισσότερο γύρω από το λαιμό της. Μυρίζει σπίτι. Όπως όλα τα δέματα που στέλνουν αγαπημένα πρόσωπα, από κάθε σημείο του πλανήτη.
Δημοσιευτ. στο VETO
Μάριος Λώλος -Αχιλλέας Ζαβαλής
1 σφηνάκια κερασμένα:
wraio, pragmatika wraio chicumita...! eisai asteraki!
(YG:ta pakisto-internetadika, apo opou k sou grafw auth th stigmh, legontai kai my-friend!)
Se xairetw gluka, Spyros)
Δημοσίευση σχολίου