
Αν ο Τιτανικός λεγόταν Ζενίθ, τότε αντί για παγόβουνο θα προσέκρουε στην Πανελλήνια Ναυτική Ομοσπονδία και τα μέλη του ΠΑΜΕ. Το σίγουρο είναι ότι το αποτέλεσμα, θα ήταν τραγικό τόσο για το «παγόβουνο» όσο και για το «Ζενίθ» που πριν από δύο εβδομάδες, αντί να δέσει στο λιμάνι του Πειραιά, έδεσε στο… ναδίρ. Για την ακρίβεια, στην Λα Βαλέτα, στη Μάλτα, προσπαθώντας να αποζημιώσει τους επιβάτες για την ταλαιπωρία και να συγκεντρώσει τις αρκετές χιλιάδες ευρώ της ζημίας με την οποία επιβαρύνθηκε. Είναι Κυριακή μεσημέρι κι αν αύριο, που γυρίζουμε στον Πειραιά, συμβεί ξανά το ίδιο, η εταιρεία το έχει ξεκαθαρίσει: «Αντιός Ζενίθ και τουρίστας Εσπανιόλες» ή μάλλον αλλαγή των λιμανιών αναχώρησης και τελικού προορισμού στο Κουσάντασι ή στην Κροατία.

«Οι 32 προσεγγίσεις που έχουν προγραμματιστεί για το 2010 αφορούν περίπου στην προσέλευση 43.000 επιβατών με ένα μέσο όρο 1350 επιβατών ανά αναχώρηση. Οι περισσότερες αναχωρήσεις έχουν περισσότερους από 1600 επιβάτες» σημειώνει η Ρούλα Χαραλάμπους, υπεύθυνη της Five Continent Cruises, του γραφείου που εκπροσωπεί την Pullmantur (της ανήκει και το Ζενίθ) στην Ελλάδα.
Παρακολουθώντας αυτό το μεγαθήριο των 47.255 τόνων, από τον δεύτερο όροφο του λιμεναρχείου στο Κατάκολο, αναρωτιέμαι αν αύριο τέτοια ώρα θα βρισκόμαστε στην ακτή Ξαβερίου στον Πειραιά ή λόγω των κινητοποιήσεων των ναυτεργατών (αγωνίζονται για ελάχιστο πλου 72 ωρών, προσέγγιση τουλάχιστον τριών ελληνικών λιμανιών και παραμονή έξι ωρών σε κάθε λιμάνι) θα πλέουμε πρόσω ολοταχώς για… Μάλτα! Υπάρχει βέβαια και η πιθανότητα να γυρίσουμε με το ΚΤΕΛ στην Αθήνα. Το σενάριο αυτό, προέκυψε πριν από λίγο, όταν οι υπάλληλοι του λιμενικού, μας ενημέρωσαν πως μάλλον δεν θα μπορέσουμε να επιβιβαστούμε στο κρουαζιερόπλοιο το οποίο έχει ελλιμενιστεί στην κωμόπολη της Ηλείας. «Μα έχουμε εισιτήριο από την Ισπανία. Δηλαδή αν ένας Ισπανός χάσει το πλοίο, δεν θα μπορέσει να επιβιβαστεί από εδώ;» ρωτούμε. «Ο Ισπανός μπορεί. Για εσάς όμως, χρειαζόμαστε άδεια από το υπουργείο. Εδώ δεν είναι λιμάνι επιβίβασης, για όποιον θέλει». Έπειτα από πέντε ώρες αναμονής, στο παγκάκι έξω από το φυλάκιο του λιμεναρχείου, οι υπάλληλοι του οποίου βρήκαν κυριακάτικα μια ενδιαφέρουσα απασχόληση, να ελέγξουν το ποινικό μας μητρώο, τις προθέσεις μας και τους ακριβείς λόγους που θέλουμε να επιβιβαστούμε στο κρουαζιερόπλοιο, η ελληνική γραφειοκρατία παραμένει ακαταμάχητη. Τι κι αν η Γιολάντα, από τις δημόσιες σχέσεις του Zenith, τους διαβεβαιώνει ότι μας περιμένει, τι κι αν η πράκτορας από την Αθήνα, τους εξήγησε ότι κάθε φορά επιβιβάζει από το Κατάκολο δεκαπέντε περίπου Έλληνες- η επιβίβασή μας φάνταζε για ανεξήγητους λόγους αδύνατη. Στις πέντε πια, όταν οι τελευταίοι Ισπανοί έχουν γυρίσει από την Ολυμπία, επιβιβαζόμαστε με τις βαλίτσες μισόκλειστες έπειτα από εξονυχιστικό έλεγχο του περιεχομένου τους. «Κασετοφωνάκια και μηχανές; Πράκτορες είστε;» μας ρώτησε ο υπάλληλος που έκανε τον έλεγχο αποσκευών. Υποθέτω ότι ακόμα δεν μπορεί να το χωνέψει. Δύο Έλληνες δημοσιογράφοι στο Ζενίθ…

Ο Μιγκέλ και η μπριγάδα του
Έτσι, βρισκόμαστε ανάμεσα σε επτακόσιους τουρίστες, στην πλειοψηφία τους Ισπανοί, οι οποίοι διανύουν την τελευταία μέρα της επταήμερης «κρουθέρο» που ξεκίνησε από τον Πειραιά και συνεχίστηκε με ενδιάμεσους σταθμούς το Ντουμπρόβνικ, την Βενετία, το Μπρίντιζι και το Κατάκολο. Πέντε λεπτά μετά τον απόπλου, βρίσκω τους επιβάτες συντεταγμένους στο ανώτατο κατάστρωμα, να περιμένουν τη σειρά τους για ένα γρήγορο σνακ: πίτσες και χάμπουργκερ και σνακ με εσάνς ισπανικής κουζίνας και γλυκά όλων των ειδών, είναι καύσιμο πρώτης τάξεως, μετά την πολύωρη ξενάγηση στην Ολυμπία. Τουλάχιστον μέχρι το δείπνο που ξεκινάει λίγο πριν τις εννιά. Αν τους ακολουθούσα σε όλη την κρουαζιέρα, θα είχα βάλει δεκαπέντε κιλά –τρως και πίνεις όλη μέρα, δωρεάν. Αυτό ίσως να σκέφτονται κι οι επιβάτες που επέλεξαν να «κάψουν» στο εξελιγμένο γυμναστήριο, την παέγια, τα μπέργκερ, τα ζυμαρικά και όλες τις υπόλοιπες λιχουδιές που επιμελείται ο Μιγκέλ, ο Ισπανός σεφ.

Τον συναντάμε στην κουζίνα, ανάμεσα σε εκατό μάγειρες και ψήστες , οι οποίοι χωμένοι μέσα στους ατμούς ετοιμάζουν το μενού: πρώτο πιάτο ελληνική φασολάδα. «Αγοράζουμε 300.000 αυγά την εβδομάδα. Εκατοντάδες κιλά κρέας και κοτόπουλο. Το κρέας από την Ισπανία και την Αμερική και τα φρέσκα υλικά, τις σαλάτες, τα αυγά, το γάλα, από το κάθε λιμάνι» λέει ο σεφ. Μερική τροφοδοσία του πλοίου, με ελληνικά προϊόντα, γίνεται και στο λιμάνι του Πειραιά. Οι εκατό, της κουζίνας, αποτελούν το 1/6 του πολυεθνικού πληρώματος. Το ποσοστό δηλαδή των Ελλήνων ναυτεργατών που θα έπρεπε να προσληφθούν στο Zenith, σύμφωνα με την Πανελλήνια Ναυτική Ομοσπονδία και για τους οποίους θα ισχύει το ελληνικό δίκαιο όσον αφορά στην ασφάλιση και τους όρους απασχόλησής τους.
Όμως το «καμποτάζ» είναι μια λέξη άγνωστη στην Μάιτε από την Μαδρίτη και τη Μάρθα από την Γκαλίσια της Ισπανίας . Οι εύθυμες χήρες, που απολαμβάνουν το ελληνικό φως στην πισίνα είναι ενθουσιασμένες που θα επισκεφτούν την Ακρόπολη και την Πλάκα, έχουν ξεχάσει την μικρή ταλαιπωρία που υπέστησαν την πρώτη μέρα της κρουαζιέρας, όταν άργησαν να επιβιβαστούν στο πλοίο. Οι δυο τους, όπως επίσης και η τρίτη της παρέας, η Μαρίνα, η οποία σε αυτό το ταξίδι δηλώνει ότι έπειτα από 50 χρόνια γάμου ξαναερωτεύτηκε τον άντρα της, είναι φαν της κρουαζιέρας. «Του χρόνου θα πάμε στην Καραϊβική. Μας αρέσει πολύ το περιβάλλον. Περάσαμε πολύ ωραία στο ταξίδι και ήπιαμε πολλές πίνα κολάδα και λίτρα καφέ!» λέει η Μάιτε, η οποία «τρώω τη σύνταξη μου» από το Πολυτεχνείο της Μαδρίτης. Το ταξίδι δεν τους φάνηκε ακριβό. Πλήρωσαν περίπου 1000 ευρώ το άτομο, συμπεριλαμβανομένων των αεροπορικών εισιτηρίων. Οι εκδρομές σε κάθε λιμάνι δεν περιλαμβάνονται. Τα πούλμαν στα οποία επιβαίνουν είναι ελληνικά ενώ τις ξεναγήσεις αναλαμβάνουν Έλληνες ξεναγοί. «Η κρουαζιέρα είναι μια ολόκληρη αλυσίδα» λέει η Ρούλα Χαραλάμπους. «Όλοι κερδίζουν τα ελληνικά τουριστικά γραφεία, τα αθηναϊκά ξενοδοχεία, τα ταξί, κερδίζει το αεροδρόμιο «Ελ. Βενιζέλος», το λιμάνι του Πειραιά, οι ξεναγοί, οι συνοδοί, οι αρχαιολογικοί χώροι Αθήνας, Πειραιά, Σουνίου, Κατάκολου και Σαντορίνης, Μυκόνου, Ρόδου- όπου το πλοίο προσεγγίζει.

«Είμαστε άσοι στο συρτάκι»
Η Μάρθα και ο σύζυγός της Μανουέλ «πλήρωσαν περίπου 3000 ευρώ, για το φουλ πρόγραμμα εκδρομών και ξεναγήσεων και είναι μάλλον απίθανο, το ενδεχόμενο δύο Έλληνες συνάδελφοί τους (υπάλληλοι στο σούπερ μάρκετ) να αποκτήσουν την οικονομική δυνατότητα για μια παρόμοια κρουαζιέρα με τόσες πολυτέλειες: τζακούζι, καλό κρασί και φαγητό, χορευτικά σόου, μπαρ με ζωντανή μουσική, κομμωτήριο, σπα, δωμάτια για μασάζ, δυνατότητα για αγορές εντός πλοίου. Κι όλα αυτά με άμεση και ευγενή εξυπηρέτηση. Στη συγκεκριμένη κρουαζιέρα που έχει μόνο 700 επιβάτες, αντιστοιχεί ένα μέλος του πληρώματος σε κάθε επιβάτη, οπότε καταλαβαίνω το τραγούδι «θα είμαστε για πάντα φίλοι» που όλοι μαζί, τραγουδούν όρθιοι, μετά το δείπνο του αποχωρισμού!

Ξέχασα το σημαντικότερο. Το καζίνο. Περασμένα μεσάνυχτα και έχω δίπλα μου τρεις Πορτογαλίδες, γεννημένες στις αρχές του περασμένου αιώνα, οι οποίες παίζουν ασταμάτητα μηχανάκια. Η Μαρία Λούρδη, είναι 85 ετών, μου δίνει συμβουλές για το σωστό παιχνίδι στα φρουτάκια και αρνείται να φύγει από το καζίνο μέχρι να κλείσει (στις 2.30 τα ξημερώματα). Στο καζίνο πηγαίνουν και οι νεότεροι. Μετά το φαγητό και αφού απολαύσουν «τους αστέρες της θάλασσας» δηλαδή το χορευτικό σόου (ή την ταινία). Το πρόγραμμα αυτό ακολουθούν ο Πάμπλο και η Ιρένε, (23 και 22 ετών αντίστοιχα)οι οποίοι, ήρθαν στην κρουαζιέρα για χαλάρωση, μαζί με τους γονείς του Πάμπλο.
Οι περισσότεροι επιβάτες είναι ευχαριστημένοι από την κρουαζιέρα, πλην του Μικέλ, ενός 32χρονου μηχανικού μοτοσικλετών, ο οποίος απλώς βαρέθηκε. «Θα προτιμούσα να είχα πάει βόλτα με το μηχανάκι μου. Θέλω να εξερευνώ τόπους» λέει ενώ οι φίλοι του διαφωνούν. «Είναι μια καλή ευκαιρία για χαλάρωση, ηρεμία και ύπνο» λέει η Σουζάνε. Μαζί με την Μπλάνκα και την Ρεμπέκα, θα χορέψουν στη ντίσκο ως το πρωί, σεσιλιάνικα σουξέ και ισπανικά ποπ τραγουδάκια, αν και σύμφωνα με την Μπεατρίθ «είμαστε άσοι στο συρτάκι, μετά από τόση εξάσκηση». Αναφέρεται στα μαθήματα χορού που πήραν στο πλοίο. Η Μπεατρίθ, άκουσε ότι είμαι Ελληνίδα και μου δηλώνει τη χαρά της που βρίσκεται στη χώρα μου «γεια σου, καλημέρα, καλησπέρα, παρακαλώ, κοτόπουλο, πατατάκια».

Η βασική γλώσσα που ακούς στο πλοίο, από πλήρωμα και επιβάτες, είναι τα ισπανικά, εξαιρουμένων των περιπτώσεων που υπάρχουν γκρουπ Γάλλων, Ελλήνων ή Άγγλων, οπότε προτιμούνται τα αγγλικά. Στο πλυντήριο λόγω κοινής καταγωγής, μιλούν φιλιππινέζικα. Για να φτάσουμε εκεί, κατεβαίνουμε αμέτρητες σκάλες. Εκεί ζουν και δουλεύουν στην αφάνεια, τα μέλη με τις κατώτατες θέσεις στο πλήρωμα. Η συμβολή τους βέβαια, εξίσου σημαντική, αν λάβεις υπόψη ότι πλένουν και τοποθετούν στα στεγνωτήρια και τα σιδερωτήρια, πάνω από 42.000 πετσέτες σε κάθε κρουαζιέρα. Μόνο σήμερα έχουν περάσει από τα χέρια τους σχεδόν 3.500. Ο επιπλοποιός, είναι επίσης Φιλιππινέζος. Σε ένα μικρό δωματιάκι επισκευάζει τις πολυθρόνες που έχουν κάποια ζημιά. Στο διπλανό δωμάτιο ο Ντέρεκ, ένας από τους λίγους Ινδούς, είναι χωμένος ανάμεσα σε χρωματιστές κλωστές και μαντάρει ρούχα, κουρτίνες και καλύμματα.

Έχουν όλοι τις δικές τους καμπίνες, κοιμούνται συνήθως σε τρίκλινες καμπίνες και απαγορεύεται να κυκλοφορούν στους δημόσιους χώρους. Φαντάζομαι ότι είναι οι μόνοι που δεν έχουν βγάλει φωτογραφία με τον καπετάνιο Μικέλ ντε Ρόζα, έναν αλέγκρο Ιταλό με αυστηρό βλέμμα που έχει περάσει μια ζωή στη θάλασσα.
«Δεξιώθηκα σε κοκτέιλ όλους τους επιβάτες, τους καλωσόρισα έναν- έναν. Ήθελαν να φωτογραφηθούν μαζί μου. Θεωρούν ότι ο καπετάνιος, είναι κάτι σαν τον καπετάνιο που εμπνεύστηκε ο Τζέιμς Κάμερον στον Τιτανικό και αυτό προσπαθούμε να κάνουμε. Τους προκαλούμε να ζήσουν το όνειρο σε εφτά μέρες, με την υπόσχεση ότι εμείς είμαστε εδώ για να κρατήσουμε τις ισορροπίες στο πλοίο, στο πλήρωμα και στους επιβάτες». Κάθεται μπροστά στο τιμόνι. «Όλα είναι αυτόματα πια» λέει σαν να αναπολεί τους παλιούς καιρούς του ξύλινου τιμονιού, έχοντας το βλέμμα καρφωμένο μπροστά. Είναι σίγουρος ότι γύρω στις οχτώ το πρωί θα δέσουμε στον Πειραιά και ότι δεν θα έχουμε πρόβλημα με τις κινητοποιήσεις. «Έχω μιλήσει με τον δήμαρχο. Θα αράξουμε σίγουρα».
Κανείς από τους επιβάτες δεν ανησυχεί. Δεν έχουν καταλάβει τι ακριβώς συμβαίνει με το «Ζενίθ» που ονειρεύεται να ανοιχτεί σε όλη την Ευρώπη. «Θέλουμε να επεκταθούμε. Τους Ισπανούς τους κερδίσαμε. Στόχος μας είναι όλη η υπόλοιπη Ευρώπη» λέει η Γιολάντα, υπεύθυνη δημοσίων σχέσεων. Καθόμαστε στο εστιατόριο και τρώμε, κουβεντιάζοντας για τις εμπειρίες της στο πλοίο. «Εδώ γνώρισα τον αρραβωνιαστικό μου. Είναι και αυτός μέλος του πληρώματος, εργάζεται στο εστιατόριο»
Μια Ισπανίδα, συνονόματή μου, μού διηγείται σκηνές από την βενετσιάνικη μασκαράτα, που διοργανώθηκε όταν έφτασαν στην Βενετία και ενθουσιάζεται που είμαι Ελληνίδα (και μου ζητάει την συνταγή για τα ντολμαδάκια). Δεν θα γυρίσει στην Ισπανία, μετά το τέλος της κρουαζιέρας. «Θα μείνω στην Αθήνα για λίγες μέρες ακόμα, είναι ευκαιρία να κάνω μερικά ψώνια».

Τελικά το πρωί της Δευτέρας, κανείς δεν περίμενε το Zenith στον Πειραιά, αυτή τη φορά. Την επόμενη όμως μπορεί να βρει στο «παγόβουνο» των διαδηλωτών. «Τι θέλουν αυτοί από μας;» με ρώτησε η Κλαούντια, αναφερόμενη στις δυσκολίες του προηγούμενου ταξιδιού (οι περισσότεροι επιβάτες, δεν κατάλαβαν ότι γινόταν διαδήλωση και θεώρησαν ότι όλα οφείλονταν σε λάθος της πλοιοκτήτριας εταιρείας). «Εσείς δεν φταίτε σε τίποτα» της απάντησα. Πώς να της εξηγήσω τι είναι το καμποτάζ, μέσα στο τζακούζι που είναι βυθισμένη;
ΦΩΤΟ: Δημήτρης Μιχαλάκης
δημοσ. στο Κ της Καθημερινής, 13.6.10
2 σφηνάκια κερασμένα:
It is altogether leading to accept for gentlemanly distress of all your gems pieces so that they last quest of a lifetime. There are unalike approaches and ways to clean weird types of jewels be it gold, silver-tongued, pearls, diamond or semiprecious stone stones. Outlined below-stairs are the individual ways around which you can conclude care of your accessories and keep them shiny and novel always.
[url=http://blackfriday2010.spruz.com/]Black Friday 2010[/url]
To be a noble charitable being is to from a philanthropic of openness to the in the seventh heaven, an ability to group undeterminable things beyond your own pilot, that can govern you to be shattered in very exceptionally circumstances on which you were not to blame. That says something exceedingly outstanding relating to the fettle of the principled life: that it is based on a conviction in the up in the air and on a willingness to be exposed; it's based on being more like a shop than like a sparkler, something rather dainty, but whose acutely precise beauty is inseparable from that fragility.
Δημοσίευση σχολίου